Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

ausfertigen

Definitionen und Übersetzungen für ausfertigen im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για ausfertigen στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

ausfertigen

εκδίδω επίσημο αντίγραφπ, συντάσσω, καταρτίζω, αποστέλλω, αποτελειώνω, διεκπεραιώνω
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

ausfertigen

ekdído epísimo antígrafp, syntásso, katartízo, apostéllo, apotelióno, diekperäóno
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Gesetze ausfertigen: εκδίδω νόμους,
eine Urkunde ausfertigen: εκδίδω επίσημο αντίγραφο δημόσιου εγγράφου (als Stelle / Behörde im Besitz des Originals - ως κατέχουσα το πρωτότυπο αρχή)
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

εκδίδω νόμο

ausfertigen, promulgieren ...
Zurück / Πίσω