Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

bedürftig

Definitionen und Übersetzungen für bedürftig im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για bedürftig στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

bedürftig

αυτός που έχει ανάγκη
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

bedürftig

avtós pu échi anági
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Bedürftigkeit

ανάγκη ...

eilbedürftig

επείγων ...

empfangsbedürftig

ληψιδεής, απευθυντέος, χρήζων ...

Empfangsbedürftigkeit

ανάγκη αποδοχής ...

formbedürftig

απαιτών την τήρηση ...

genehmigungsbedürftig

υποκείμενος σε έγκριση/ ...

mitwirkungsbedürftig

συμπραξηδεής ...

mitwirkungsbedürftiger Verwaltungsakt

διοικητική πράξη για ...

zustimmungsbedürftig

υποκείμενος σε έγκριση ...

ανάγκη

Anforderung, Bedarf, Bedürfnis, ...

ανάγκη αποδοχής

Empfangsbedürftigkeit ...

απαιτών την τήρηση τύπου

formbedürftig ...

απευθυντέος

empfangsbedürftig ...

αυτός που έχει ανάγκη

bedürftig ...

διοικητική πράξη για το κύρος της οποίας απαιτείται σύμπραξη του ιδιώτη

mitwirkungsbedürftiger Verwaltungsakt ...

ληψιδεής

empfangsbedürftig ...

συμπραξηδεής

mitwirkungsbedürftig ...

υποκείμενος σε άδεια

einer Erlaubnis / ...

υποκείμενος σε έγκριση

einer Genehmigung / ...

χρήζων αποδοχής

empfangsbedürftig ...
Zurück / Πίσω