Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

bedingt

Definitionen und Übersetzungen für bedingt im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για bedingt στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

bedingt

υπό αίρεση
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

bedingt

ypó äresi
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

bedingte Schuldfähigkeit

ικανότητα καταλογισμού υπό ...

bedingter Vorsatz

ενδεχόμενος δόλος ...

unbedingt

χωρίς αίρεση, ανεπιφύλακτος, ...

unbedingtes Indossament

απόλυτη οπισθογράφηση ...

ανεπιφύλακτος

unbedingt, vorbehaltlos ...

άνευ αιρέσεως

unbedingt ...

απόλυτη οπισθογράφηση

unbedingtes / unbeschränktes ...

ενδεχόμενος δόλος

bedingter Vorsatz, dolus ...

ικανότητα καταλογισμού υπό αίρεση

bedingte Schuldfähigkeit ...

οπωσδήποτε

unbedingt ...

υπό αίρεση

bedingt ...

χωρίς αίρεση

unbedingt ...
Zurück / Πίσω