Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

befugt

Definitionen und Übersetzungen für befugt im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για befugt στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

befugt

αρμόδιος, δικαιούμενος
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

befugt

armódios, dikäúmenos
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

prozessführungsbefugt

νομιμοποιούμενος διάδικος (Prozessführungsberechtigter ...

unbefugt

ανεπίτρεπτος, παράνομος ...

ανεπίτρεπτος

unbefugt, unerlaubt, unstatthaft, ...

αρμόδιος

befugt, kompetent, zuständig ...

δικαιούμενος

befugt ...

παράνομος

gesetzwidrig, illegal, ordnungswidrig, ...
Zurück / Πίσω