Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

beiderseitig

Definitionen und Übersetzungen für beiderseitig im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για beiderseitig στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

beiderseitig

εκατέρωθεν, αμοιβαίος, αμφιμερής, αμφίπλευρος, διμερής
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

beiderseitig

ekatérothen, amiväos, amfimerís, amfíplevros, dimerís
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
im beiderseitigen Eivernehmen: με αμοιβαία συμφωνία / συναίνεση,
zum beiderseitigen Nutzen: για αμοιβαία ωφέλεια
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

αμφίπλευρος

beiderseitig, gegenseitig, zweiseitig ...

εκατέρωθεν

von beiden Seiten, ...
Zurück / Πίσω