Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

bekannt

Definitionen und Übersetzungen für bekannt im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για bekannt στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

bekannt

(Adj.) γνωστός, γνώριμος, οικείος
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

bekannt

(Adj.) gnostós, gnórimos, ikíos
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
von Person bekannt: γνωστής ταυτότητας, προσωπικά γνωστός,
mit jemandem bekannt sein: γνωρίζομαι με κάποιον,
es ist allgemein bekannt: είναι γενικά γνωστό, είνα παγκοίνως γνωστό, είναι γνωστό τοις πάσι,
dem Gericht bekannt sein: (πράγμα) γνωστό στο δικαστήριο,
bekannt werden: καθίσταμαι γνωστός, γίνομαι γνωστός, περιέρχομαι σε γνώση,
als bekannt voraussetzen: προϋποθέτω ως γνωστό, εκλαμβάνω ως γνωστό, θεωρώ ως γνωστό
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Bekanntgabe

γνωστοποίηση ...

bekanntgeben

γνωστοποιώ ...

bekanntmachen

γνωστοποιώ ...

Bekanntmachung

ανακοίνωση, κοινοποίηση (auch: ...

Botschaft

μήνυμα (Mitteilung), διάγγελμα ...

unbekannt

άγνωστος ...

Zustellung

επίδοση, κοινοποίηση (auch: ...

αγγελία

Annonce, Anzeige, Bekanntmachung, ...

άγνωστος

unbekannt ...

γνωστοποίηση

Ankündigung, Anzeige, Bekanntgabe, ...

γνωστοποιώ

ankündigen, anmelden, anzeigen, ...
Zurück / Πίσω