Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

belegen

Definitionen und Übersetzungen für belegen im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για belegen στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

belegen

τοποθετημένος (Adj.)
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

belegen

topothetiménos (Adj.)
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Belegenheit

χωροθεσία ...

Belegenheitsfinanzamt

φορολογική αρχή του ...

Belegenheitsgrundsatz

θεμελιώδης αρχή της ...

θεμελιώδης αρχή της χωροθεσίας

Belegenheitsgrundsatz ...

τεκμηριώνω

belegen, dokumentieren, indizieren ...

τοποθετημένος

angestellt, belegen (Adj.) ...

φορολογική αρχή του τόπου εγκατάστασης

Belegenheitsfinanzamt ...

χωροθεσία

Belegenheit ...
Zurück / Πίσω