Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

berechtigt

Definitionen und Übersetzungen für berechtigt im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για berechtigt στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

berechtigt

δικαιολογημένος
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

berechtigt

dikäologiménos
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

alleinvertretungsberechtigt

ο έχων δικαίωμα ...

Berechtigte

δικαιούχος ...

Berechtigter

δικαιούχος ...

erziehungsberechtigt

δικαιούμενος διαπαιδαγώγησης ...

gleichberechtigt

ισότιμος ...

nichtberechtigt

άνευ δικαιώματος ...

Nichtberechtigte

μη δικαιούχος ...

Nichtberechtigter

μη δικαιούχος ...

Nießbrauchsberechtigte

δικαιούχος επικαρπίας ...

Nießbrauchsberechtigter

δικαιούχος επικαρπίας ...

Pflichtteilsberechtigte

δικαιούχος της νόμιμης ...

Pflichtteilsberechtigter

μεριδιούχος, δικαιούχος νόμιμης ...

prozessführungsbefugt

νομιμοποιούμενος διάδικος (Prozessführungsberechtigter ...

stimmberechtigt

δικαιούμενος ψήφου ...

vertretungsberechtigt

εξουσιοδοτημένος πρως αντιπροσώπευση, ...

wahlberechtigt

έχων εκλογικό δικαίωμα, ...

Wahlberechtigte

δικαιούμενη ψήφου, ψηφοφόρος ...

Wahlberechtigter

δικαιούμενος ψήφου, ψηφοφόρος ...

Wahrnehmung berechtigter Interessen

προστασία νόμιμων συμφερόντων ...

Zeichnungsberechtigter

δικοιούμενος / νομιμοποιούμενος ...

άνευ δικαιώματος

nichtberechtigt, ohne Recht, ...

αντίκλητος

Anwalt vor Gericht, ...

δεξίλογος

Rechenschaftsberechtigter ...

δικαιολογημένος

berechtigt, gerechtfertigt ...

δικαιοπάροχος

Rechtsvorgänger, ursprünglicher Berechtigter ...

δικαιούμενη ψήφου

Wahlberechtigte ...

δικαιούμενος διαπαιδαγώγησης

erziehungsberechtigt ...

δικαιούμενος ψήφου

Wahlberechtigter ...

δικαιούχος

Berechtigte ...

δικαιούχος επικαρπίας

Nießbrauchsberechtigter, Nießbrauchsberechtigter ...

δικαιούχος της νόμιμης μοίρας

Pflichtteilsberechtigter, Pflichtteilsberechtigte ...

εκλόγιμος

wählbar, wahlberechtigt (passiv) ...

έχων εκλογικό δικαίωμα

wahlberechtigt ...

ισότιμος

ebenbürtig, gleichberechtigt, paritätisch ...

κηδεμόνας

Vormund, Erziehungsberechtigter ...

κηδεμόνες

Erziehungsberechtigte, Pflegeeltern ...

μεριδιούχος

Anteilsinhaber, Anteilsberechtigter (Erbrecht: ...

μη δικαιούχος

Nichtberechtigter, Nichtberechtigte ...

προστασία νόμιμων συμφερόντων

Wahrnehmung berechtigter / ...

ψηφοφόρος

Wahlberechtigter, Wahlberechtigte ...
Zurück / Πίσω