Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

bereit

Definitionen und Übersetzungen für bereit im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για bereit στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

bereit

(Adj.) πρόθυμος
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

bereit

(Adj.) próthymos
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
zu etwas bereit sein: είμαι πρόθυμος για κάτι,
dazu bereit sein, etwas zu tun: είμαι πρόθυμος να κάνω κάτι
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Arbeitsbereitschaft

εργασιακή ετοιμότητα ...

Bereitschaft

προθυμότητα, ετοιμότητα ...

Bereitschaftspolizei

άμεση δράση ...

Kapitalbereitstellung

διαθεσημότητα κεφαλαίων ...

Ladebereitschaft

ετοιμότητα φόρτωσης ...

Vergleichsbereitschaft

ετοιμότητα συμβιβασμού, διάθεση ...

vorbereiten

προετοιμάζω, προπαρασκευάζω ...

Vorbereitung

προετοιμασία, προπαρασκευή ...

Vorbereitungsdienst

προπαρασκευαστική υπηρεσία ...

Vorbereitungshandlung

προπαρασκευαστική πράξη ...

άμεση δράση

Bereitschaftspolizei ...

διαθεσημότητα κεφαλαίων

Kapitalbereitstellung ...

εργασιακή ετοιμότητα

Arbeitsbereitschaft ...

έτοιμος

bereit, fertig ...

ετοιμότητα

Bereitschaft ...

ετοιμότητα φόρτωσης

Ladebereitschaft ...

θερμοσίφωνας

Boiler, Durchlauferhitzer, Heißwasserbereiter, ...

προετοιμάζω

vorbereiten ...

προετοιμασία

Vorbereitung ...

πρόθυμος

bereit ...

προθυμότητα

Bereitschaft ...

προπαρασκευάζω

vorbereiten ...

προπαρασκευαστική πράξη

Vorbereitungshandlung ...

προπαρασκευαστική υπηρεσία

Vorbereitungsdienst ...

προπαρασκευή

Vorbereitung ...
Zurück / Πίσω