Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

berufen

Definitionen und Übersetzungen für berufen im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για berufen στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

berufen

εξουσιοδοτημένος (Adj.), ορίζω, αναφέρομαι (Verb)
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

berufen

exusiodotiménos (Adj.), orízo, anaféromä (Verb)
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abberufen

ανακαλώ ...

einberufen

συγκαλώ ...

ανακαλώ

abberufen ...

αναφέρομαι

berufen, hinweisen ...

απολύω

abberufen, entlassen ...

εξουσιοδοτημένος

berufen (Adj.), bevollmächtigt ...

ορίζω

angeben, ansetzen, berufen ...

παύω

abberufen, einstellen, enden ...

συγκαλώ

einberufen, versammeln ...
Zurück / Πίσω