Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

beschaffen

Definitionen und Übersetzungen für beschaffen im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για beschaffen στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

beschaffen

πλασμένος (Adj.), προμηθεύω (Verb)
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

beschaffen

plasménos (Adj.), promithévo (Verb)
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

Beschaffenheit

υφή, φύση, κατάσταση, ...

kupfern

χάλκινος (aus Kupfer ...

wiederbeschaffen

επανακτώ ...

επανακτώ

wiederbeschaffen ...

πλασμένος

beschaffen (Adj.) ...

ποιόν

Beschaffenheit ...

προμηθεύω

beschaffen (V.), besorgen, ...

υφή

Beschaffenheit ...
Zurück / Πίσω