Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

beschränkt

Definitionen und Übersetzungen für beschränkt im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για beschränkt στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

beschränkt

περιορισμένος
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

beschränkt

periorisménos
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

beschränkte Haftung

περιορισμένη ευθύνη ...

beschränkte persönliche Dienstbarkeit

περιορισμένη προσωπική δουλεία ...

beschrankte Steuerpflicht

περιορισμένη φορολογική υποχρέωση ...

beschränktes dingliches Recht

περιορισμένο εμπράγματο δίκαιο ...

Gesellschaft mit beschränkter Haftung

εταιρία περιορισμένης ευθύνης ...

unbeschränkt

απεριόριστος ...

unbeschränktes Indossament

απόλυτη οπισθογράφηση ...

απεριόριστος

unbeschränkt ...

απόλυτη οπισθογράφηση

unbedingtes / unbeschränktes ...

εταιρία περιορισμένης ευθύνης

Gesellschaft mit beschränkter ...

κλειστός αριθμός

numerus clausus, beschränkte ...

ομόρρυθμη εταίρος

Komplementärin, persönlich und ...

ομόρρυθμος εταίρος

Komplementär, persönlich und ...

περιορισμένη ευθύνη

beschränkte Haftung ...

περιορισμένη προσωπική δουλεία

beschränkte persönliche Dienstbarkeit ...

περιορισμένη φορολογική υποχρέωση

beschrankte Steuerpflicht ...

περιορισμένο εμπράγματο δίκαιο

beschränktes dingliches Recht ...
Zurück / Πίσω