Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

betreiben

Definitionen und Übersetzungen für betreiben im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για betreiben στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

betreiben

ασκώ
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

betreiben

askó
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

gewerbetreibend

ασκών επάγγελμα, ασκών ...

Gewerbetreibende

επαγγελματίας, επιτηδευματίας ...

Gewerbetreibender

επιτηδευματίας, επαγγελματίας, έμπορος ...

ασκώ

ausüben, betreiben, einlegen, ...

ασκών επάγγελμα

gewerbetreibend ...

ασκών επιτήδευμα

gewerbetreibend ...

επαγγελματίας

Gewerbetreibende ...

επιτηδευματίας

Gewerbetreibender, Vollkaufmann ...

εφαρμόζω πρακτική ντάμπινγκ

Dumping betreiben ...

ρυμοτομώ

Stadtplanung betreiben ...
Zurück / Πίσω