Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

ganz

Definitionen und Übersetzungen für ganz im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για ganz στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

ganz

ολόκληρος
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

ganz

olókliros
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

ergänzen

συμπληρώνω ...

ergänzend

συμπληρωματικός ...

ergänzende Vertragsauslegung

συμπληρωματική ερμηνεία της ...

Ergänzung

συμπλήρωση ...

Ergänzungspflegschaft

συμπληρωματική κηδεμονία ...

Ergänzungsurteil

συμπληρωματική απόφαση ...

ganze Zahl

ακέραιος αριθμός ...

ganztägig

ολημερίς ...

Ganztagsbeschäftigung

πλήρης απασχόληση ...

Klageergänzung

συμπλήρωση της αγωγής ...

Pflichtteilergänzungsanspruch

αξίωση συμπλήρωσης της ...

Zugabe

συμπλήρωμα (Ergänzung), προσθήκη ...

ακέραιος αριθμός

ganze Zahl ...

αξίωση συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας

Pflichtteilergänzungsanspruch ...

ολημερίς

ganztägig ...

ολόκληρος

ganz ...

πλήρης απασχόληση

Ganztagsbeschäftigung ...

ποσοστό αναπλήρωσης

Ergänzungsanteil, Ersatzquote, Rentenersatzquote ...

συμπλήρωμα

Ergänzung, Nachtrag, Zusatz ...

συμπληρωματική απόφαση

Ergänzungsurteil ...

συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης

ergänzende Vertragsauslegung ...

συμπληρωματική κηδεμονία

Ergänzungspflegschaft ...

συμπληρωματικός

ergänzend, nachträglich, zusätzlich ...

συμπληρώνω

ausfüllen, ergänzen, nachtragen ...

συμπλήρωση

Ausfüllen / Ausfüllung ...

συμπλήρωση της αγωγής

Klageergänzung ...
Zurück / Πίσω