Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

lächerlich

Definitionen und Übersetzungen für lächerlich im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για lächerlich στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

lächerlich

αξιογέλαστος, γελοίος
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

lächerlich

axiogélastos, gelíos
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

jemanden lächerlich machen

κάνω κάποιον ρεζίλι ...

lächerlich machen

ρεζιλεύω ...

sich lächerlich machen

γίνομαι ρεζίλι, ρεζιλεύομαι ...

αξιογέλαστος

lächerlich ...

γίνομαι ρεζίλι

sich lächerlich machen ...

κάνω κάποιον ρεζίλι

jemanden lächerlich machen ...

ρεζιλεύομαι

sich blamieren, sich ...

ρεζιλεύω

blamieren, lächerlich machen ...
Zurück / Πίσω