Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

machen

Definitionen und Übersetzungen für machen im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για machen στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

machen

κάνω, κατασκευάζω
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

machen

káno, kataskevázo
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abmachen

συμφωνώ, διευθετώ ...

bekanntmachen

γνωστοποιώ ...

einmachen

κονσερβοποιώ ...

geltend machen

αξιώνω, επικαλούμαι ...

geltendmachen

ασκώ, επικαλούμαι, προβάλλω ...

jemanden lächerlich machen

κάνω κάποιον ρεζίλι ...

lächerlich machen

ρεζιλεύω ...

Liebe machen

κάνω έρωτα ...

Machenschaft

μηχανορραφία, δολοπλοκία ...

nachmachen

αντιγράφω, απομιμούμαι, μιμούμαι ...

sich lächerlich machen

γίνομαι ρεζίλι, ρεζιλεύομαι ...

verächtlichmachen

εξευτελίζω κάποιον στα ...

vermachen

κληροδοτώ ...

wiedergutmachen

επανορθώνω, αποκαθιστώ ...

αποκαθιστώ

erstatten, rehabilitieren, restitutieren, ...

ασκώ

ausüben, betreiben, einlegen, ...

γίνομαι ρεζίλι

sich lächerlich machen ...

γνωστοποιώ

ankündigen, anmelden, anzeigen, ...

διευθετώ

abmachen, beilegen, ordnen, ...

δολοπλοκία

Machenschaft ...

εξευτελίζω κάποιον στα μάτια άλλων

verächtlichmachen ...

επανορθώνω

restitutieren, wiedergutmachen ...

επικαλούμαι

geltendmachen ...

κάνω

machen, verrichten ...

κάνω δωρεά

eine Schenkung machen, ...

κάνω έρωτα

Liebe machen ...

κάνω κάποιον ρεζίλι

jemanden lächerlich machen ...

κατασκευάζω

erzeugen, herstellen, konstruieren, ...

κληροδοτώ

vererben, vermachen ...

κονσερβοποιώ

einmachen, konservieren ...

μηχανορραφία

Machenschaft ...

προβάλλω

geltendmachen, vorbringen ...

ρεζιλεύομαι

sich blamieren, sich ...

ρεζιλεύω

blamieren, lächerlich machen ...

συμφωνώ

abmachen, abreden, absprechen, ...
Zurück / Πίσω