Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft
Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία
Definitionen und Übersetzungen für nach im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.
Ορισμοί και μεταφράσεις για nach στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.
| Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: | Übersetzung / Μετάφραση: |
nach |
μετά (danach), προς (in Richtung), στον (nach / zu ihm) |
| Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα | |
nach |
metá (danach), pros (in Richtung), ston (nach / zu ihm) |
| Erläuterungen / Σημειώσεις: | |
| Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις | |
| Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης | |
Alle Wege führen nach Rom |
όλοι οι δρόμοι ... |
an |
προς (nach, gerichtet ... |
anachronistisch |
αναχρονιστικός ... |
Befähigungsnachweis |
πιστοποιητικό ικανότητας ... |
Bundesnachrichtendienst |
ομοσπονδιακή υπηρεσία πληροφοριών ... |
danach |
ύστερα, μετά, κατόπιν ... |
demnach |
άρα, όθεν ... |
Eigentumsnachweis |
απόδειξη της κυριότητας ... |
Einbruch der Nacht |
σούρουπο ... |
Einzelrechtsnachfolge |
ειδική διαδοχή ... |
Entscheidung nach Lage der Akten |
απόφαση βάσει των ... |
Gesamtrechtsnachfolge |
καθολική διαδοχή ... |
gute Nacht |
καληνύχτα ... |
hiernach |
μετά τούτο, κατά ... |
Identitätsnachweis |
απόδειξη της ταυτότητας ... |
Intestatnachlass |
κληρονομία εξ αδιαθέτου ... |
Kauf nach Probe |
αγορά ύστερα από ... |
Liefernachweis |
απόδειξη παράδοσης ... |
mitbestrafte Nachtat |
συντιμωρηθείσα ύστερη πράξη ... |
Mittelherkunftsnachweis |
απόδειξη προέλευσης χρημάτων, ... |
nach |
μετά (danach), προς ... |
nach Abzug der Steuern |
καθαρά, μετά φόρων ... |
nach strengem Recht |
κατά το αυστηρό ... |
Nachahmung |
απομίμηση ... |
Nacharbeit |
συμπληρωματική εργασία ... |
Nachbar |
γείτονας ... |
Nachbargrundstück |
γειτονικό ακίνητο, όμορο ... |
Nachbarin |
γειτόνισσα ... |
Nachbarklage |
αγωγή του γειτονικού ... |
Nachbarland |
γειτονική χώρα ... |
Nachbarrecht |
γειτονικό δίκαιο ... |
nachbessern |
βελτιώνω, επιδιορθώνω ... |
Nachbesserung |
μεταγενέστερη βελτίωση / ... |
Nachbesserungsanspruch |
αξίωση μετγενέστερης βελτίωσης ... |
Nachbesteuerung |
συμπληρωματική φορολόγηση ... |
Nachbuchung |
συμπληρωματική εγγραφή ... |
Nachbürge |
μετεγγυητής ... |
Nachbürgin |
μετεγγυήτρια ... |
Nachbürgschaft |
μετεγγύηση ... |
nachdem |
μετά από, αφού, ... |
Nacheid |
μεταγενέστερος όρκος ... |
Nacheile |
συνεχής καταδίωξη ... |
nacheilen |
καταδιώκω ... |
Nacherbe |
δικαιούχος καταπιστεύματος, μετακληρονόμος ... |
Nacherbfolge |
καταπιστευματική διαδοχή ... |
Nacherbin |
δικαιούχος καταπιστεύματος, μετακληρονόμος ... |
Nacherbschaft |
κληρονομικό καταπίστευμα ... |
Nacherfüllung |
μεταγενέστερη εκπλήρωση ... |
Nachfolge |
διαδοχή, υποκατάσταση ... |
nachfolgen |
ακολουθώ, διαδέχομαι ... |
nachfolgend |
εφ' εξής ... |
Nachfolger |
διάδοχος ... |
Nachfolgerin |
διάδοχος ... |
Nachforschung |
έρευνα ... |
Nachfrage |
ζήτηση ... |
Nachfrist |
πρόσθετη προθεσμία, συμπληρωματική ... |
nachgeben |
υποχωρώ, ενδίδω ... |
nachgiebig |
υποχωρητικός, συγκαταβατικός, ενδοτικός ... |
nachgiebiges Recht |
ενδοτικό δίκαιο ... |
nachhaltig |
αειφόρος (Adj.), διαρκής ... |
Nachkomme |
κατιών, απόγονος ... |
Nachkommen |
απόγονοι ... |
Nachkommenschaft |
απόγονοι ... |
Nachlass |
κληρονομιά ... |
Nachlassabwicklung |
εκκαθάριση της κληρονομίας ... |
Nachlassansprüche |
αξιώσεις της κληρονομίας ... |
nachlassen |
υποχωρώ, εκπίπτω, καταλείπω, ... |
Nachlassgegenstand |
αντικείμενο της κληρονομιάς, ... |
Nachlassgericht |
δικαστήριο τηςκληρονομιάς ... |
Nachlassgläubiger |
δανειστής της κληρονομίας ... |
Nachlassgläubigerin |
δανείστρια της κληρονομίας ... |
nachlässig |
αμελής, απρόσεκτος, ανακριβής ... |
Nachlässigkeit |
αμέλεια, παραμέληση, έλλειψη ... |
Nachlasskonkurs |
πτώχευση κληρονομιάς ... |
Nachlasspfleger |
κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας ... |
Nachlasspflegerin |
κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας ... |
Nachlasspflegschaft |
κηδεμονία σχολάζουσας κληρονομίας ... |
Nachlassrecht |
κληρονομικό δικαίωμα ... |
Nachlasssache |
κληρονομική υπόθεση ... |
Nachlasssteuern |
φόροι κληρονομιάς ... |
Nachlassverbindlichkeit |
υποχρέωση της κληρονομίας ... |
Nachlassverwalter |
εκκαθαριστής της κληρονομίας ... |
Nachlassverwalterin |
εκκαθαρίστρια της κληρονομίας ... |
Nachlassverwaltung |
εκκαθάριση της κληρονομίας ... |
Nachlassverzeichnis |
κατάλογος κληρονομικών στοιχείων ... |
Nachlieferfrist |
προθεσμία μεταγενέστερης παράδοσης ... |
nachliefern |
προμηθεύω μεταγενέστερα ... |
Nachlieferung |
μετεφοδιασμός, συμπληρωματική προμήθεια ... |
nachmachen |
αντιγράφω, απομιμούμαι, μιμούμαι ... |
Nachnahme |
αντικαταβολή ... |
Nachnahmegebühr |
τέλος αντικαταβολής ... |
Nachname |
επώνυμο, επίθετο ... |
nachnehmen |
εισπράττω την αντικαταβολή ... |
nachplappern |
παπαγαλίζω ... |
Nachrede |
επίλογος, δυσφήμιση ... |
Nachricht |
είδηση, μήνυμα ... |
nachschießen |
καταβάλλω συμπληρωματική εισφορά ... |
nachschlagen |
ανατρέχω σε βιβλίο, ... |
Nachschlagewerk |
έργο αναφοράς ... |
Nachschuss |
συμπληρωματική καταβολή ... |
Nachschusspflicht |
(Handelsrecht) υποχρέωση καταβολής ... |
Nachschussverpflichtung |
υποχρέωση πρόσθετης εισφοράς ... |
Nachsicht |
κατανόηση, ανοχή, αναβολή ... |
Nachsichtwechsel |
συναλλαγματική πληρωτέα μετά ... |
Nachspeise |
επιδόρπιο ... |
nächst |
επόμενος ... |
nachstellen |
διώκω, επιβουλεύομαι ... |
Nachstellung |
καταδίωξη, ενέδρα ... |
nächstliegend |
εγγύτερος ... |
Nacht |
νύχτα ... |
Nachtat |
μεταγενέστερη πράξη ... |
Nachteil |
μεινέκτημα, βλάβη, ζημιά, ... |
Nachtessen |
απόδειπνο ... |
Nachtigall |
αηδόνι ... |
nächtlich |
νυκτερινός, νυκτ- ... |
Nachtrag |
συμπλήρωμα, προσθήκη ... |
nachtragen |
προσθέτω, συμπληρώνω ... |
nachträglich |
ύστερος, συμπληρωματικός, επιγενόμενος, ... |
nachträglich erworbenes Eigentum |
επιγενόμενη κτήση κυριότητας ... |
nachträgliche Unmöglichkeit |
επιγενόμενη αδυναμία ... |
Nachtragsanklage |
πρόσθετη κατηγορία ... |
Nachtragshaushalt |
συμπληρωματικός προϋπολογισμός ... |
Nachtwächter |
νυχτοφύλακας ... |
Nachvermächtnis |
καταπιστευτική κληροδοσία ... |
Nachversicherung |
μετασφάλιση, αναδρομική ασφάλιση ... |
Nachwahl |
συμπληρωματική εκλογή ... |
Nachweis |
απόδειξη, παραστατικό, δικαιολογητικό ... |
nachweisen |
αποδεικνύω ... |
nachweislich |
αποδεδειγμένα ... |
nachzahlen |
πληρώνω εκ των ... |
Nachzahlung |
επιπρόσθετη πληρωμή, μεταγενέστερη ... |
Rechtsnachfolge |
διαδοχή δικαιώματος, υποκατάσταση ... |
Rechtsnachfolger |
δικαιοδόχος, διάδοχος σε ... |
Rechtsnachfolgerin |
διάδοχος δικαιωμάτων και ... |
Rechtsnachteil |
νομικό μειονέκτημα ... |
Schlusslicht |
ουραγός (im Sinn ... |
Schnellgericht |
αυτόφορο (spezielles Gerichtsverfahren ... |
Staatennachfolge |
διαδοχή κρατών ... |
steuerliche Benachteiligung |
φορολογική διάκριση ... |
steuerpflichtiger Nachlass |
φορολογητέα κληρονομιά ... |
üble Nachrede |
δυσφήμιση ... |
Vaterschaftsnachweis |
διαπίστωση της πατρότητας ... |
Vermögensnachfolge |
περιουσιακή διαδοχή ... |
vernachlässigen |
παραμελώ ... |
Vernachlässigung |
παραμέληση ... |
Weihnachten |
Χριστούγεννα ... |
Weihnachtsbaum |
χριστουγεννιάτικο δέντρο ... |
zunächst |
πρώτα, στην αρχή ... |
αγγελία |
Annonce, Anzeige, Bekanntmachung, ... |
αγορά ύστερα από δοκιμή |
Kauf nach Probe ... |
αγωγή του γειτονικού δικαίου |
Nachbarklage ... |
αειφόρος |
nachhaltig ... |
αηδόνι |
Nachtigall ... |
ακολουθώ |
befolgen, folgen, nachfolgen ... |
αμελής |
fahrlässig, nachlässig ... |
αναβολή |
Aussetzung, Nachsicht, Verschiebung, ... |
αναδρομική ασφάλιση |
Nachversicherung ... |
ανακριβής |
falsch, nachlässig, unrichtig ... |
ανατρέχω σε βιβλίο |
nachschlagen ... |
αναχρονιστικός |
anachronistisch ... |
ανοχή |
Duldung, Nachsicht, Toleranz ... |
ανταποκρίνομαι |
nachkommen ... |
αντικαταβολή |
Nachnahme ... |
αξιώσεις της κληρονομίας |
Nachlassansprüche ... |
απόγονοι |
Nachkommen, Nachkommenschaft ... |
απόγονος |
Nachkomme ... |
απογραφή |
1. Inventur (Handel), ... |
απόδειξη παράδοσης |
Liefernachweis ... |
απόδειξη της κυριότητας |
Eigentumsnachweis ... |
απόδειξη της ταυτότητας |
Identitätsnachweis ... |
απόδειπνο |
Nachtessen ... |
απόφαση βάσει των στοιχείων της δικογραφίας |
Entscheidung nach Lage ... |
απρόσεκτος |
achtlos, nachlässig ... |
άρα |
demnach ... |
άραγε |
demnach ... |
αφήνω |
nachlassen ... |
αφότου |
seit, seitdem, nachdem, ... |
βελτιώνω |
bessern, nachbessern, verbessern ... |
γείτονας |
Nachbar ... |
γειτονική χώρα |
Nachbarland ... |
γειτονικό ακίνητο |
Nachbargrundstöck, benachbarte Immobilie ... |
γειτονικό δίκαιο |
Nachbarrecht ... |
γειτόνισσα |
Nachbarin ... |
δανειστής της κληρονομίας |
Nachlassgläubiger ... |
δανείστρια της κληρονομίας |
Nachlassgläubigerin ... |
διαδέχομαι |
nachfolgen ... |
διαδοχή |
Nachfolge ... |
διαδοχή δικαιώματος |
Rechtsnachfolge ... |
διαδοχή κρατών |
Staatennachfolge ... |
διάδοχος |
Nachfolgerin ... |
διάδοχος δικαιωμάτων και υποχρεώσεων |
Rechtsnachfolgerin ... |
διαπίστωση της πατρότητας |
Vaterschaftsnachweis ... |
δικαιοδόχος |
Rechtsnachfolger, Rechtsnachfolgerin ... |
δικαιολογητικό |
Beleg, Nachweis ... |
δικαιούχος καταπιστεύματος |
Nacherbe, Nacherbin ... |
δικαστήριο της κληρονομίας |
Nachlassgericht ... |
διπλανός |
nächster, nebenstehender ... |
διώκω |
nachstellen, verfolgen ... |
δυσφήμιση |
Diffamierung, Nachrede, Rufmord, ... |
είδηση |
Botschaft, Nachricht ... |
ειδική διαδοχή |
Einzelrechtsnachfolge ... |
εισπράττω την αντικαταβολή |
nachnehmen ... |
εκκαθάριση της κληρονομίας |
Nachlassabwicklung ... |
εκκαθαριστής της κληρονομίας |
Nachlassverwalter ... |
εκκαθαρίστρια της κληρονομίας |
Nachlassverwalterin ... |
εκπίπτω |
abrechnen, absetzen, abziehen, ... |
εκπληρώνω |
nachkommen ... |
έκπτωση |
1. Ermäßigung, Nachlass, ... |
έλεος |
Gnade, Nachsicht ... |
έλλειψη ενδιαφέροντος |
Nachlässigkeit ... |
ενδίδω |
nachgeben ... |
ενέδρα |
Nachstellung ... |
επιβουλεύομαι |
nachstellen ... |
επιγενόμενη αδυναμία |
nachträgliche Unmöglichkeit ... |
επιγενόμενη κτήση κυριότητας |
nachträglich erworbenes Eigentum ... |
επιγενόμενος |
nachträglich ... |
επιγενόμενος δόλος |
dolus subsequens, nachfolgender ... |
επιδιορθώνω |
nachbessern, reparieren ... |
επιδόρπιο |
Nachspeise ... |
επίθετο |
Adjektiv, Nachname ... |
επίλογος |
Nachrede ... |
επιπρόσθετη πληρωμή |
Nachzahlung ... |
επιπροσθέτως |
nachträglich, zusätzlich ... |
επόμενος |
der nächste, nächster ... |
επώνυμο |
Nachname ... |
έργο αναφοράς |
Nachschlagewerk ... |
έρευνα |
Nachforschung ... |
ζήτηση |
Nachfrage ... |
ισημερία |
Äquinoktium, Tagundnachtgleiche ... |
καθαρά, μετά φόρων |
nach Abzug der ... |
καθολική διαδοχή |
Gesamtrechtsnachfolge, Universalsukzession ... |
καληνύχτα |
gute Nacht ... |
καλό απόγευμα |
guten Nachmittag ... |
κατά το αυστηρό δίκαιο |
nach strengem Recht ... |
κατά το νόμο |
ex lege, nach ... |
καταβάλλω συμπληρωματική εισφορά |
nachschießen (> Gesellschaftsrecht) ... |
καταδιώκω |
nacheilen, verfolgen ... |
καταδίωξη |
Hetze, Nachstellung, Verfolgung ... |
καταλείπω |
nachlassen ... |
κατάλογος κληρονομικών στοιχείων |
Nachlassverzeichnis ... |
κατανόηση |
Einverständnis, Erfassung, Nachsicht, ... |
καταπίστευμα |
Nacherbschaft ... |
καταπιστευματική διαδοχή |
Nacherbfolge ... |
καταπιστευματοδόχος |
Nacherbe ... |
καταπιστευτική κληροδοσία |
Nachvermächtnis ... |
καταπιστευτική υποκατάσταση |
Nachvermächtnis ... |
κατιών |
Nachkomme ... |
κατόπιν |
1.Adv. Ort: dahinter, ... |
κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομίας |
Nachlasspfleger, Nachlasspflegerin ... |
κηδεμόνας της κληρονομίας |
Nachlasspfleger ... |
κηδεμονία σχολάζουσας κληρονομίας |
Nachlasspflegschaft ... |
κλαδιά δέντρου του γειτονικού ακινήτου πάνω στο κτήμα μου |
Überhang, auf das ... |
κληρονομιά |
Erbschaft, Nachlass ... |
κληρονομία εξ αδιαθέτου |
Intestatnachlass ... |
κληρονομική υπόθεση |
Nachlasssache ... |
κληρονομικό δικαίωμα |
Erbrecht, Nachlassrecht ... |
κληρονομικό καταπίστευμα |
Fideikommiss, Nacherbschaft, Vorerbschaft ... |
μειονέκτημα |
Nachteil ... |
μετά |
nach ... |
μεταγενέστερη βελτίωση |
Nachbesserung ... |
μεταγενέστερη εκπλήρωση |
Nacherfüllung ... |
μεταγενέστερη επιδιόρθωση |
Nachbesserung ... |
μεταγενέστερη πληρωμή |
Nachzahlung ... |
μεταγενέστερη πράξη |
Nachtat ... |
μεταγενέστερος όρκος |
Nacheid ... |
μετακληρονόμος |
Nacherbe, Nacherbin ... |
μετασφάλιση |
Nachversicherung ... |
μετεγγύηση |
Nachbürgschaft ... |
μετεγγυητής |
Nachbürge ... |
μετεγγυήτρια |
Nachbürgin ... |
μετεφοδιασμός |
Nachlieferung ... |
μήνυμα |
Nachricht ... |
νομικό μειονέκτημα |
Rechtsnachteil ... |
νυκτ- |
nächtlich ... |
νύχτα |
Nacht ... |
νυχτοφύλακας |
Nachtwächter ... |
όθεν |
demnach ... |
όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη |
alle Wege führen ... |
όμορο ακίνητο |
Nachbargrundstöck, benachbarte Immobilie ... |
ομοσπονδιακή υπηρεσία πληροφοριών |
Bundesnachrichtendienst ... |
παπαγαλίζω |
nachplappern ... |
παραμέληση |
Nachlässigkeit, Vernachlässigung, Versäumnis, ... |
παραμελώ |
ignorieren, (etwas) vernachlässigen ... |
παραστατικό |
Beleg, Nachweis ... |
περιουσιακή διαδοχή |
Vermögensnachfolge ... |
πιστοποιητικό ικανότητας |
Befähigungsnachweis ... |
πληρώνω εκ των |
υστέρων nachzahlen ... |
πληρώνω επιπρόσθετα |
nachzahlen ... |
πόθεν έσχες |
(wörtlich: warum / ... |
προμηθεύω μεταγενέστερα |
nachliefern ... |
προς |
nach ... |
πρόσθετη κατηγορία |
Nachtragsanklage ... |
πρόσθετη προθεσμία |
Nachfrist ... |
προσθέτω |
nachtragen, zugeben, zusetzen ... |
προσθήκη |
Allonge, Anhang, Nachtrag, ... |
πτώχευση κληρονομιάς |
Nachlasskonkurs ... |
πτώχευση της κληρονομίας |
Nachlasskonkurs ... |
σούρουπο |
Dämmerung, Dunkelwerden, Einbruch ... |
στον |
an, nach, um ... |
συγκαταβατικός |
nachgiebig ... |
συμβουλεύομαι βιβλίο |
nachschlagen ... |
συμπλήρωμα |
Ergänzung, Nachtrag, Zusatz ... |
συμπληρωματική εγγραφή |
Nachbuchung ... |
συμπληρωματική εκλογή |
Nachwahl ... |
συμπληρωματική καταβολή |
Nachschuss ... |
συμπληρωματική προθεσμία |
Nachfrist ... |
συμπληρωματική προμήθεια |
Nachlieferung ... |
συμπληρωματική φορολόγηση |
Nachbesteuerung ... |
συμπληρωματικός |
ergänzend, nachträglich, zusätzlich ... |
συμπληρωματικός προϋπολογισμός |
Nachtragshaushalt ... |
συμπληρώνω |
ausfüllen, ergänzen, nachtragen ... |
συναλλαγματική πληρωτέα μετά προθεσμία από την όψη |
Nachsichtwechsel ... |
συνεχής καταδίωξη |
kontinuierliche Verfolgung, Nacheile ... |
συντιμωρηθείσα ύστερη πράξη |
mitbestrafte Nachtat ... |
τέλος αντικαταβολής |
Nachnahmegebühr ... |
υποχρέωση της κληρονομίας |
Nachlassverbindlichkeit ... |
υποχωρητικός |
nachgiebig ... |
υποχωρώ |
nachgeben, nachlassen, zurücktreten ... |
ύστερος |
nachträglich ... |
φόροι κληρονομιάς |
Nachlasssteuern ... |
φορολογητέα κληρονομιά |
steuerpflichtiger Nachlass ... |
φορολογική διάκριση |
steuerliche Benachteiligung ... |
Χριστούγεννα |
Weihnachten ... |
χριστουγεννιάτικο δέντρο |
Weihnachtsbaum ... |