Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

ordnen

Definitionen und Übersetzungen für ordnen im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για ordnen στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

ordnen

τακτοποιώ, διευθετώ
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

ordnen

taktopió, dievthetó
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abordnen

αποσπώ δημόσιο υπάλληλο ...

anordnen

διατάζω ...

beiordnen

διορίζω, προσαρτώ ...

verordnen

διατάζω, ορίζω ...

αποσπώ δημόσιο υπάλληλο ή δικαστή

abordnen ...

διατάζω

anordnen, befehlen, verordnen ...

διευθετώ

abmachen, beilegen, ordnen, ...

διορίζω

anstellen, beiordnen, bestallen, ...

ορίζω

angeben, ansetzen, berufen ...

προσαρτώ

anhängen, anheften, annektieren, ...

τακτοποιώ

ordnen ...
Zurück / Πίσω