Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

stellen

Definitionen und Übersetzungen für stellen im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για stellen στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

stellen

θέτω, τοποθετώ υποβάλλω
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

stellen

théto, topothetó ypovállo
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abbestellen

ακυρώνω, ανακαλώ (widerrufen) ...

abgelten

αποζημιώνω (entschädigen), αποκαθιστώ ...

abstellen

εναποθέτω, θέτω εκτός ...

anstellen

διορίζω, προσλαμβάνω ...

aufstellen

θέτω, καταρτίζω, τοποθετώ ...

ausstellen

εκδίδω ...

Baustellenverordnung

Κανονισμός εργοταξίου ...

beantragen

ζητώ (ersuchen), αιτώ, ...

bestellen

διορίζω, παραγγέλλω ...

darstellen

παριστάνω, εκθέτω, απεικονίζω ...

einstellen

προσλαμβάνω, παύω, αναστέλλω ...

fertigstellen

τελειώνω, αποπερατώνω ...

feststellen

διαπιστώνω, αναγνωρίζω ...

freistellen

απαλλάσσω ...

gegenüberstellen

αντιπαραθέτω, αντιτάσσω ...

herstellen

παράγω, κατασκευάζω ...

Kostenstellen-Gemeinkostenzuschlag

υπηρεσία κοστολόγησης και ...

nachstellen

διώκω, επιβουλεύομαι ...

sicherstellen

ασφαλίζω, διασφαλίζω ...

Stellenvermittlung

γραφείο εύρεσης εργασίας ...

vorbestellen

προπαραγγέλλω ...

wiederherstellen

αποκαθιστώ ...

zustellen

κοινοποιώ, επιδίδω ...

ακυρώνω

abbestellen, stornieren ...

αναγνωρίζω

anerkennen, bekennen, erkennen, ...

ανακαλώ, ακυρώνω

abbestellen ...

αναστέλλω

aussetzen, einstellen, hemmen, ...

αντιπαραθέτω

gegenüberstellen ...

αντιτάσσω

einwenden, gegenüberstellen ...

απαλλάσσω

erlassen, freistellen (befreien), ...

απαλλάσω

entbinden, freistellen ...

απεικονίζω

darstellen ...

αποκαθιστώ

erstatten, rehabilitieren, restitutieren, ...

αποπερατώνω

fertigstellen ...

ασφαλίζω

sichern, sicherstellen, versichern ...

γραφείο εύρεσης εργασίας

Arbeitsvermittlung, Stellenvermittlung ...

διαπιστώνω

feststellen ...

διασφαλίζω

gewährleisten, sichern, sicherstellen, ...

διορίζω

anstellen, beiordnen, bestallen, ...

διώκω

nachstellen, verfolgen ...

εκδίδω

auflegen, ausliefern, ausstellen, ...

εναποθέτω

abstellen ...

επιβουλεύομαι

nachstellen ...

επιδίδω

zustellen ...

εστιάζω

1. fokussieren, scharfstellen, ...

θέτω

aufstellen, stellen ...

θέτω εκτός λειτουργίας

abstellen ...

Κ.Τ.Ε.Λ.

Abk. für Κοινά ...

Κανονισμός εργοταξίου

Baustellenverordnung ...

καταρτίζω

aufstellen ...

κατασκευάζω

erzeugen, herstellen, konstruieren, ...

κοινοποιώ

notifizieren, zustellen ...

ΚΤΕΛ

Abk. für Κοινά ...

παραγγέλλω

bestellen, ordern ...

παραγγέλνω

bestellen ...

παράγω

erzeugen, herstellen, produzieren, ...

παριστάνω

darstellen ...

παύω

abberufen, einstellen, enden ...

προπαραγγέλλω

vorbestellen ...

προσαρμόζω

abstellen, anpassen ...

προσλαμβάνω

anstellen, einstellen, in ...

τελειώνω

absolvieren, beenden, beendigen, ...

τοποθετώ

anlegen, aufstellen, installieren, ...

υπηρεσία κοστολόγησης και επιμερισμού γενικών εξόδων

Kostenstellen-Gemeinkostenzuschlag ...
Zurück / Πίσω