Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

treiben

Definitionen und Übersetzungen für treiben im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για treiben στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

treiben

ασκώ, καταγίνομαι
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

treiben

askó, katagínomä
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abtreiben

κάνω άμβλωση ...

beitreiben

εισπράττω ...

betreiben

ασκώ ...

eintreiben

εισπράττω ...

gewerbetreibend

ασκών επάγγελμα, ασκών ...

Gewerbetreibende

επαγγελματίας, επιτηδευματίας ...

Gewerbetreibender

επιτηδευματίας, επαγγελματίας, έμπορος ...

Handeln

Substantiv: δράση (Aktion), ...

übertreiben

υπερβάλλω ...

vertreiben

εκδιώκω ...

αισχροκερδώ

neppen, Wucher treiben ...

ασκώ

ausüben, betreiben, einlegen, ...

ασκών επάγγελμα

gewerbetreibend ...

ασκών επιτήδευμα

gewerbetreibend ...

εισπράττω

abheben, beitreiben, einnehmen, ...

εκδιώκω

verbannen, vertreiben ...

εμπορεύομαι

handeln, mit etwas ...

επαγγελματίας

Gewerbetreibende ...

επιτηδευματίας

Gewerbetreibender, Vollkaufmann ...

εφαρμόζω πρακτική ντάμπινγκ

Dumping betreiben ...

κάνω άμβλωση

abtreiben ...

καταγίνομαι

treiben ...

ρυμοτομώ

Stadtplanung betreiben ...

υπερβάλλω

übertreiben ...
Zurück / Πίσω