Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

wahren

Definitionen und Übersetzungen für wahren im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για wahren στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

wahren

περιφρουρώ, διασφαλίζω, διαφυλάσσω, παραφυλάττω, φυλάγω, προσφυλάγω, διασώζω, τηρώ, διατηρώ, προστατεύω
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

wahren

perifruró, diasfalízo, diafylásso, parafylátto, fylágo, prosfylágo, diasózo, tiró, diatiró, prostatévo
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

aufbewahren

φυλάσσω, διατηρώ ...

bewähren

δοκιμάζομαι ...

gewähren

χορηγώ, παρέχω ...

immerwährend

εις το διηνεκές, ...

verwahren

φυλάττω ...

während

καθώς ...

αιώνιος

ewig, immer während, ...

αιωνίως

ewig, immer während, ...

διαρκώ

dauern, währen ...

διατηρώ

aufbewahren, erhalten, hegen, ...

διαφυλάσσω

erhalten, wahren ...

δοκιμάζομαι

bewähren ...

εις το διηνεκές

auf ewig, für ...

εις τόν αιώνα τόν άπαντα

auf ewig, für ...

ενώ

während, obwohl ...

εξακολουθώ

fortführen, währen ...

εφ' όσον

solange, sofern, während, ...

εφόσον

solange, sofern, während, ...

κρατώ μυστικό

ein Geheimnis bewahren, ...

παντοτινά

für immer, immer ...

παντοτινός

ewig, immer während, ...

παρέχω

einräumen, gewähren, leisten, ...

προστατεύω

decken, protegieren, schirmen, ...

φυλάσσω

aufbewahren, hüten ...

φυλάττω

verwahren ...

χορηγώ

gewähren, spenden, sponsern, ...
Zurück / Πίσω