Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

wechseln

Definitionen und Übersetzungen für wechseln im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για wechseln στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

wechseln

αλλάζω (ändern, eintauschen), μεταβάλλω (umwandeln)
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

wechseln

allázo (ändern, eintauschen), metavállo (umwandeln)
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

abwechselnd

εναλλάξ, εναλλασσόμενα ...

schalten

ενεργοποιώ διακόπτη (Schalter ...

αλλάζω

abändern, ändern, tauschen, ...

αλλάζω ταχύτητα

schalten, Gang wechseln ...

εκ περιτροπής

abwechselnd, reihum ...

εναλλάξ

abwechselnd, wechselweise ...

εναλλασσόμενα

abwechselnd ...

μεταβάλλω

abändern, ändern, umwandeln, ...

μετακομίζω

ausziehen, umziehen (Wohnung ...
Zurück / Πίσω