Online-Wörterbuch Griechisch - Deutsch - Griechisch

Kostenloses Online-Wörterbuch Griechisch mit Schwerpunkt auf Fachbegriffen aus Recht und Wirtschaft

Kostenlose Online-Übersetzung Griechisch

Δωρεάν Ελληνο-Γερμανικό Online-λεξικό με έμφαση σε όρους αναφορικά με Νομική και Οικονομία

Δωρεάν οnline-μετάφραση Γερμανικά

zwingen

Definitionen und Übersetzungen für zwingen im Online-Wörterbuch Deutsch - Griechisch - Deutsch.

Ορισμοί και μεταφράσεις για zwingen στο online-λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά - Γερμανικά.

Suche nach
Όρος αναζήτησης
Nur im Glossar
Μόνο λεξιλόγιο
In Glossar + Datenbank
Λεξιλόγιο + δεδομένα
Suchbegriff / Όρος αναζήτησης: Übersetzung / Μετάφραση:

zwingen

αναγκάζω, υποχρεώνω
 
Hilfsweise Wiedergabe nur in lateinischen Buchstaben / Βοηθητική Απόδοση στα Γερμανικά με λατινικά γράμματα

zwingen

anagázo, ypochreóno
 
Erläuterungen / Σημειώσεις:
Keine Erläuterungen gefunden / Δεν βρέθηκαν σημειώσεις
 
Weitere Ergebnisse, welche die Suchphrase enthalten / Άλλα αποτελέσματα που περιέχουν τον όρο αναζήτησης

erzwingen

εξαναγκάζω, καταναγκάζω ...

Norm (zwingende)

επιτακτικός κανόνας ...

zwingend

αναγκαστικός, υποχρεωτικός ...

zwingendes Recht

αναγκαστικό / υποχρεωτικό ...

αναγκάζω

zwingen ...

αναγκαστικό δίκαιο

zwingendes Recht ...

αναγκαστικός

unabdingbar, zwingend ...

εξαναγκάζω

erzwingen, nötigen ...

επιτακτικός κανόνας

zwingende Norm ...

καταναγκάζω

erzwingen ...

υποχρεοτικός

obligatorisch, zwingend ...
Zurück / Πίσω